Διατελέσαντες Πρόεδροι
2019-2023Ιωάννης Σαρμάς
×
Ιωάννης Σαρμάς2019-2023
Έτος γέννησης 1957. Έγγαμος (1987), δύο παιδιά (1989,1990).
Νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1975-1979), βαθμός άριστα, πρώτος στη σειρά αποφοιτησάντων.
Υποτροφίες από τη γαλλική Κυβέρνηση και το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών για μεταπτυχιακές σπουδές.
Διπλώματα μεταπτυχιακών σπουδών (DEA) από το Πανεπιστήμιο Paris ΙΙ στο ποινικό δίκαιο (1980-1981), το δημόσιο δίκαιο (1982-1983) και τα δημόσια οικονομικά (1983-1985).
Διδακτορική διατριβή στο δίκαιο των ατομικών δικαιωμάτων από το Πανεπιστήμιο Paris ΙΙ (1981-1985, βαθμός très honorable).
Στρατιωτική θητεία στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ως δόκιμος αξιωματικός (1984-1986).
Συμμετοχή στους διαγωνισμούς επιλογής δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας και της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (έτος 1986 και οι δύο, υψηλότερη βαθμολογία μεταξύ των υποψηφίων και στους δύο διαγωνισμούς).
Δικαστής του Συμβουλίου της Επικρατείας (1987-1993).2015-2019Ανδρονίκη Θεοτοκάτου
×
Ανδρονίκη Θεοτοκάτου2015-2019
Η Ανδρονίκη Θεοτοκάτου είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε ειδικά σεμινάρια εγκληματολογίας και ποινικής μεταχείρισης εξαρτημένων ατόμων, καθώς και διετές σεμινάριο πολιτικής φιλοσοφίας. Εισήλθε στο δικαστικό σώμα το έτος 1983 στην κατεύθυνση της Πολιτικής – Ποινικής Δικαιοσύνης και υπηρέτησε στο Πρωτοδικείο Αθηνών επί δώδεκα περίπου έτη. Ως Πρωτοδίκης συμμετείχε σε συγγραφική ομάδα, η οποία επιμελήθηκε και λημματογράφησε νομολογία του Αρείου Πάγου επί αστικών – εμπορικών υποθέσεων. Μετετάγη στο Ελεγκτικό Συνέδριο το έτος 1995 στο βαθμό του Παρέδρου. Το έτος 2002 προήχθη σε Σύμβουλο. Δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών το μάθημα του Συνταξιοδοτικού Δικαίου επί επτά περίπου διδακτικές περιόδους. Το έτος 2010 επελέγη στη θέση της Διευθύντριας Επιμόρφωσης της Σχολής Δικαστών, στην οποία παρέμεινε επί ενάμιση έτος. Το Νοέμβριο του 2010 προήχθη σε Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανέλαβε την προεδρία των VII και V Τμημάτων αυτού. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί δύο συνεχείς θητείες. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά.
2014-2015Νικόλαος Αγγελαράς
×
Νικόλαος Αγγελαράς2014-2015
Γεννήθηκε στο Βόλο και φοίτησε στο 22ο Δημοτικό Σχολείο και στο 1ο Γυμνάσιο (κλασικό τμήμα) Βόλου. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Master στο Δημοσιονομικό και Διοικητικό Δίκαιο, που έλαβε με Άριστα. Έχει εκπονήσει τις ακόλουθες, σχετικές με το Δημοσιονομικό, Συνταγματικό και Διοικητικό Δίκαιο, επιστημονικές εργασίες: «Το κέρδος από υπερτίμηση παγίου κεφαλαίου», «Το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος)», «Το δικαίωμα ακροάσεως (άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος)», «Η επιβολή προεισπράξεως ποσοστού αμφισβητούμενου φόρου», «Ακύρωση άκυρων διοικητικών πράξεων», «Νομολογιακές εξελίξεις στην εισφορά επέκτασης σχεδίου πόλεως, στα τέλη καθαριότητος και φωτισμού και στα τέλη παρεπιδημούντων», «Συμβατότητα των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2 του ν. 3021/2002 με το Σύνταγμα», «Ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3021/2002 και Κοινοτικό Δίκαιο», «Η σύγχρονη προβληματική της προσωρινής εκτελεστότητας κατά του Ελληνικού Δημοσίου», «Έλεγχος νομιμότητας συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας και προγραμματικές συμβάσεις», «Ένταξη στο ενιαίο πρόγραμμα προμηθειών». Έχει επιμεληθεί και εισηγηθεί σε επιμορφωτικές συναντήσεις ποικιλία επίκαιρων θεμάτων. Ενδεικτικώς αναφέρονται: «Η επίδραση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην ερμηνεία και εφαρμογή του (εσωτερικού) ελληνικού δικαίου», «Η προσωρινή δικαστική προστασία στη διοικητική διαδικασία», «Προβλήματα δικαιοδοσίας Διοικητικών Δικαστηρίων», «Αναγκαστική εκτέλεση υπέρ και κατά του Δημοσίου. Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις», «Αγωγή στο δημόσιο δίκαιο», «Έλεγχος νομιμότητας δαπανών ΟΤΑ - Δημόσιες συμβάσεις - Χρηστή διοίκηση», «Ελεγκτικό Συνέδριο και έλεγχος δαπανών», «Ζητήματα από τις ελεγκτικές αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου», «Η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης κατά το ευρωπαϊκό και το ελληνικό δίκαιο», «Σύγχρονα προβλήματα και θέσεις της νομολογίας στις νέες μορφές συμβάσεων στο δίκαιο του ανταγωνισμού». Γνωρίζει άριστα την Αγγλική και την Ιταλική γλώσσα. Μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε διαγωνισμό του έτους 1976, διορίστηκε Πάρεδρος στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και τοποθετήθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Υπηρέτησε ως Πρωτοδίκης (1977) και Πρόεδρος Πρωτοδικών (1985) στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πάτρας και Λάρισας και διετέλεσε για πολλά χρόνια Προϊστάμενος – Πρόεδρος. Με την προαγωγή του σε Εφέτη (1989) τοποθετήθηκε στο Εφετείο Αθηνών, σε Ακυρωτικό Τμήμα του οποίου υπηρέτησε μέχρι το έτος 1998. Με απόφαση, το έτος 1998, του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κρίθηκε ότι διαθέτει εξαιρετικά προσόντα μόρφωσης, ήθους και εργατικότητας και επελέγη, κατ’ απόλυτο εκλογή, απευθείας στο βαθμό του Συμβούλου. Ως Σύμβουλος διετέλεσε και Πρόεδρος (1998–2004) των δικαστικών σχηματισμών (Ε ́ και ΣΤ ́ Κλιμακίων), οι οποίοι ασκούν έλεγχο νομιμότητας των συμβάσεων έργων και προμηθειών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που συνάπτονται από το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου. Ως Αντιπρόεδρος (2004) υπήρξε Πρόεδρος όλων των Τμημάτων ελέγχου, ήτοι του Ι Τμήματος - αρμόδιου για τον έλεγχο των δημόσιων δαπανών που χρηματοδοτούνται και από ενωσιακά κεφάλαια-, του IV Τμήματος και του VI Τμήματος - αρμόδια για τον έλεγχο των συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από εθνικούς και ενωσιακούς πόρους-, καθώς και σε πολλές από το έτος 2011 συνεδριάσεις της Ολομέλειας, ως αρχαιότερος Αντιπρόεδρος. Στα εξειδικευμένα ουσιαστικά του προσόντα συγκαταλέγονται και αυτά που απέκτησε κατά την υπερδεκαετή του θητεία (2000–2010), ως Διευθυντής, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Σπουδών και ως Καθηγητής στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Κατά τη διάρκεια της ως άνω υπερδεκαετούς θητείας του στη Σχολή, αυτή αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, αναδείχθηκε σε πόλο παροχής δικαστικής εκπαίδευσης και απέκτησε, ύστερα από τις κοπιώδεις προσπάθειές του, οικονομική αυτοτέλεια και ευρωστία, με την ένταξή της σε όλα τα συγχρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα. Για τις δράσεις της αυτές, η Σχολή, υποβλήθηκε σε τουλάχιστον 20 εξονυχιστικούς ελέγχους κοινοτικών και ελληνικών διαχειριστικών αρχών, οι εκθέσεις των οποίων συμφωνούν απολύτως στους συνεχείς επαίνους προς αυτήν για την πιστή εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών, τη χρηστή διοίκηση, τη συνετή διαχείριση και, κυρίως, για το σεβασμό στο ιερό δημόσιο χρήμα. Εφαρμόστηκαν προγράμματα κατάρτισης, τα οποία ανταποκρίνονται όχι μόνο στις γνωσιακές ανάγκες του μέλλοντα δικαστή, αλλά και στην πρόκληση της στελέχωσης των κλάδων της δικαιοσύνης με ένα δικαστή, πολίτη της Ευρώπης και της Διεθνούς Κοινότητας και, γενικώς, διευρύνθηκε ο ρόλος και η παρουσία της στο ευρωπαϊκό νομικό γίγνεσθαι. Διετέλεσε τακτικό μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (ΚΕ.Ν.Ε.), Πρόεδρος της Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τη σύνταξη του νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, καθώς και Πρόεδρος των Κεντρικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων των Υπουργείων Οικονομίας – Οικονομικών, Παιδείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών αυτού.
2010-2014Ιωάννης Καραβοκύρης
×
Ιωάννης Καραβοκύρης2010-2014
Γεννήθηκε στο Σολομό Κορινθίας το 1947. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του ίδιου Πανεπιστημίου. Το 1974 διορίστηκε Δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών και το 1975 Δικαστής της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. Υπηρέτησε διαδοχικά στα Πρωτοδικεία του Πειραιά ως Πάρεδρος, της Κυπαρισσίας, του Ναυπλίου και των Αθηνών ως Πρωτοδίκης, της Πρέβεζας και των Αθηνών ως Πρόεδρος Πρωτοδικών και στο Εφετείο Αθηνών ως Εφέτης. Το 1999 διορίστηκε Σύμβουλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το 2003 προήχθη σε Αντιπρόεδρο και το 2010 σε Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είχε δε συνολική δικαστική υπηρεσία 39 ετών. Το 1994 εκλέχτηκε από την Ολομέλεια των Δικαστών του Πρωτοδικείου Αθηνών, του μεγαλύτερου Δικαστηρίου της χώρας, ως ο πρώτος αιρετός Πρόεδρος (Προϊστάμενος) αυτού, θεσμό τον οποίο υπηρέτησε επί μία διετία, αναπτύσσοντας πολλές πρωτοβουλίες. Διετέλεσε, μετά από πρόταση της Ελληνικής Κυβέρνησης, μέλος του ομίλου Διαιτητών (Arbitrators) στο International Centre for Settlement of Investment Disputes του ΟΗΕ, είναι δε τακτικό μέλος της Εταιρείας Δικαστικών Μελετών. Εκλέγεται επί σειρά ετών μέλος του Δ.Σ. και σήμερα είναι Αντιπρόεδρος της «Εταιρείας Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες», η οποία αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών (MEDL). Κατά τα έτη 1997-2002, μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε εκτέλεση σχετικού όρου της διαθήκης των Ευάγγελου και Κωνσταντίνου Ζάππα, υπηρέτησε, παράλληλα με τα δικαστικά του καθήκοντα, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων η οποία είχε την ευθύνη της διαχείρισης του Ζαππείου Μεγάρου και της εν γένει περιουσίας του κληροδοτήματος Ζάππα. Συμμετείχε στην Επιτροπή της Βουλής για τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων και του πόθεν έσχες των βουλευτών για πολλά χρόνια. Ομιλεί την Αγγλική γλώσσα. Έχει συγγράψει αρκετές επιστημονικές εργασίες και μελέτες, πολλές από τις οποίες έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο και νομικό τύπο. Ως Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τις αρχές του 2010 σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και τα Ανώτατα Ελεγκτικά Ιδρύματα της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Γερμανίας και της Γαλλίας προχώρησε στον εκσυγχρονισμό των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφαρμόζοντας έναν οδικό χάρτη με βασικές κατευθύνσεις κατά τη διενέργεια των ελέγχων να εφαρμόζονται διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, να γίνονται διαχειριστικοί έλεγχοι συντονισμένα σε τομείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος στο σύνολο των φορέων της Επικράτειας. Τιμήθηκε το 1971 με βραβείο από τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο και το 1977 με το βραβείο αριστούχων στο Δημόσιο Δίκαιο από το Ίδρυμα Μ. Στασινόπουλου, το δε 1995 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος του Διαβαλκανικού Αντιναρκωτικού Συνδέσμου για την προσφορά του στον τομέα πρόληψης και καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών. Επίσης στις 6/8/2012 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Την τιμητική αυτή διάκριση απένειμε ο Πρόεδρος για τις μεγάλες υπηρεσίες του στη δικαιοσύνη και την Πατρίδα γενικότερα. Στις 28/5/2013 τιμήθηκε για την μεγάλη του προσφορά ως λειτουργού της Δικαιοσύνης και τη στήριξή του στο θεσμό της αυτοδιοίκησης από την Ένωση Δημάρχων Αττικής. Τέλος, διετέλεσε Πρόεδρος στο ΑΣΕΠ από 2.12.2014 έως τον Μάϊο του 2021
2006-2010Γεώργιος Σταύρος Κούρτης
×
Γεώργιος Σταύρος Κούρτης2006-2010
Γεννήθηκε το 1945 στην Πρέβεζα. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τα έτη 1968-1972 διετέλεσε ασκούμενος Δικηγόρος και Δικηγόρος Αθηνών. Το έτος 1972 διορίστηκε έμμισθος Πάρεδρος στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και το 1974 Πρωτοδίκης. Υπηρέτησε στα Πρωτοδικεία Δράμας, Κέρκυρας και Αθηνών. Προήχθη σε Πρόεδρο Πρωτοδικών το 1987 και τοποθετήθηκε στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Το 1992 προήχθη σε Εφέτη και υπηρέτησε στα Εφετεία Λάρισας, Ναυπλίου και Πειραιά. Το 1995 διορίστηκε Σύμβουλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το 2001 προήχθη σε Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το 2006 προήχθη σε Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Άσκησε τα καθήκοντα του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου από 9/8/2006 έως 9/8/2010. Διετέλεσε Δήμαρχος Δράμας (1974-1975), Ειδικός Ανακριτής Αθηνών (1982-1985) και Υποδιευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστών (1996-2000). Δίδαξε στην ίδια Σχολή α) στα Τμήματα κατεύθυνσης Διοικητικής Δικαιοσύνης το μάθημα του Δημοσιονομικού Δικαίου (1996-2000) και β) στο Α΄ Τμήμα κατεύθυνσης Πολιτικής Δικαιοσύνης το μάθημα του Ειδικού Ενοχικού Δικαίου (2001-2002) και το μάθημα του Διοικητικού Δικαίου (2001-2003). Επίσης διετέλεσε Πρόεδρος του Συμβουλίου Εκκαθάρισης του «Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης Θεσσαλονίκη 1997» από 1998 μέχρι 2001, μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (1982-1988) και Πρόεδρος της Τριμελούς Ελεγκτικής Επιτροπής της εταιρίας «Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.» (2004-2007). Στις 3/10/2006 του απονεμήθηκε από το Δήμο Αθηναίων το Μετάλλιο της πόλεως των Αθηνών, στις 22/11/2006 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Δράμας και στις 25/4/2007 του απονεμήθηκε το Οφφίκιο του Μεγάλου Δικαιοφύλακα από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Επίσης στις 12/10/2007 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, στις 5/2/2008 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, στις 15/6/2008 του απονεμήθηκε το Οφφίκιο του Άρχοντα Πρωτονοτάριου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και στις 9/6/2009 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτορας Δικαίου του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Από 1/7/2009 έως 9/8/2010 διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών. Τυγχάνει μέλος της Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, της Εταιρείας Διοικητικών Μελετών και του Φιλολογικού Συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ». Στις 27/12/2012 εκλέχθηκε Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου, στο οποίο υπηρέτησε μέχρι 4/8/2017. Είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων και διαμένει στην Αθήνα.
2000-2006Κωνσταντίνος Ρίζος
×
Κωνσταντίνος Ρίζος2000-2006
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και κατάγεται από την Ήπειρο. Αποφοίτησε το 1962 από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ενώ το έτος 1975 έλαβε και το πτυχίο Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ίδιου Πανεπιστημίου. Το έτος 1966 διορίσθηκε Δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών και ακολούθως κατά το χρονικό διάστημα 1966-1968 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα στο Ιδιωτικό Δίκαιο με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ). Το 1968 διορίσθηκε έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου, το 1968 Πρωτοδίκης και κατά το χρονικό διάστημα από 1974 -1975 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία στο Δημόσιο Δίκαιο – Δημόσια Διοίκηση με υποτροφία του ΙΚΥ, και έλαβε το Πτυχίο Master of science in Economics – Public Administration του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (London School of Economics). Το 1980 προήχθη στο βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και το έτος 1983 στο βαθμό του Εφέτη. Το έτος 1986 διορίσθηκε Πάρεδρος στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ακολούθως προήχθη το 1990 στο βαθμό του Συμβούλου, το 1998 στο βαθμό του Αντιπροέδρου και το 2000 στο βαθμό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από 2/7/2000 μέχρι 30/6/2006. Διετέλεσε Ιδρυτικό μέλος, Υποδιευθυντής και εκπαιδευτής στην Εθνική Σχολή Δικαστών (1994-1996) εκπαιδευτής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και μέλος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου αυτής καθώς και Πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης (2000-2001). Συνέγραψε πολλές μελέτες σε θέματα δημοσιονομικού δικαίου και από το έτος 1986 ήταν εισηγητής σε θέματα ελέγχου δημοσίων δαπανών σε διάφορα διεθνή συνέδρια Ανωτάτων Ελεγκτικών Ιδρυμάτων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Οργανισμού Ανωτάτων Ελεγκτικών Ιδρυμάτων (ΕUR.O.S.A.I. και ΙΝΤΟ.S.A.I) Τα έτη 1987 -1998 διετέλεσε και σύνδεσμος του Ελληνικού Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα πιο πάνω Ανώτατα Ελεγκτικά Ιδρύματα. Ομιλεί την Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα και ήδη διαμένει στη Αθήνα.
1993-2000Απόστολος Μπότσος
×
Απόστολος Μπότσος1993-2000
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 23/7/1933. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το έτος 1960 διορίσθηκε Δικηγόρος, το έτος 1962 εισήλθε στο Δικαστικό Σώμα, ως Έμμισθος Πάρεδρος και το έτος 1964 διορίστηκε Πρωτοδίκης. Προήχθη το έτος 1975, σε Πρόεδρο Πρωτοδικών και το έτος 1978 στο βαθμό του Εφέτη. Επακολούθησε η μετάταξη του στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το έτος 1984, ως Σύμβουλος, το δε έτος 1992 προήχθη σε Αντιπρόεδρο και, από 1/1/1993 μέχρι 30/6/2000, άσκησε κατά προαγωγή τα καθήκοντα του Προέδρου του Ανωτάτου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης για πoλλά χρόνια και σήμερα είναι και πάλι Πρόεδρός του. Είναι Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών (Βούρου-Ευταξία), του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ιονικής Τράπεζας, της ALPHA BANK και της Ζαππείου Επιτροπής. Επίσης είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν» και του έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα Γενικού Γραμματέα. Έχει τιμηθεί με το οφφίκιο «Άρχων Μέγας Νομοφύλαξ» του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και, από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Συνετέλεσε αποφασιστικά στην ίδρυση και λειτουργία Παραρτήματος της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο (όπου εκτίθενται έργα από τον αγώνα των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία της Ελλάδας). Κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του στο Ελεγκτικό Συνέδριο μερίμνησε, σε συνεργασία με τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, για την εξεύρεση και αγορά του κτιρίου, στο οποίο σήμερα στεγάζεται το Δημοσιονομικό Δικαστήριο, στη διασταύρωση των οδών Βουρνάζου και Τσόχα στην Αθήνα. Είναι γνώστης της Αγγλικής και Γαλλικής γλώσσας και κατοικεί στην Αθήνα, διευθύνοντας σήμερα τον εσωτερικό έλεγχο του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού.
1989-1993Αναστάσιος Γκόνης
×
Αναστάσιος Γκόνης1989-1993
Γεννήθηκε το έτος 1926 στην Καλλιθέα Πυλίας του Νομού Μεσσηνίας. Υπηρέτησε στο Στρατό 38 μήνες ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Το έτος 1958 διορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού στην Ταμιακή Υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και το Φεβρουάριο του 1967 προήχθη σε Οικονομικό Επιθεωρητή Δημοσίων Υπολόγων (Υπουργείου Οικονομικών). Το Φεβρουάριο του 1974 διορίστηκε Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προαχθείς τον Οκτώβριο του 1979 σε Σύμβουλο και τον Αύγουστο του 1989 σε Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ως Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου άσκησε τα καθήκοντά του από το 1989 μέχρι 1993 οπότε αποχώρησε και του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επιτίμου Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Διετέλεσε μέλος του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ). Ως Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου επέτυχε την αναδιοργάνωση και αποκέντρωση του Δικαστηρίου και τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του. Αναφέρονται, εκτός άλλων, τα εξής: α) Από 1/1/1990 επανέφερε (με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρο 22 του Ν. 1868/1989 - ΦΕΚ Α 230/10.10.1989, την οποία εισηγήθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης) τον προληπτικό έλεγχο των Δαπανών του Δημοσίου, ο οποίος καθιερώθηκε με το Νόμο ΑΥΟΖ/1887 και είχε καταργηθεί με τις αντισυνταγματικές (σύμφωνα με την ομόφωνη απόφαση της Ολομελείας) διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 1489/8.11.1984. β) Με το άρθρο 85 του Ν. 1892/1990 (το Ν. 1943/91 άρθρ. 77 και το Ν. 2145/93 άρθρ. 15) καθιερώθηκε (με ειδικές διατάξεις τις οποίες πρότεινε) για πρώτη φορά ο προληπτικός έλεγχος των συμβάσεων το Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και Δημοσίων Οργανισμών, προαιρετικά, με προοπτική την οριστική ρύθμιση μετά την αποκέντρωση του Δικαστηρίου (κατέστη υποχρεωτικός με το άρθρ. 8 Ν. 2741/99 και θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 98 παραγρ. 1β' του Συντάγματος). γ) Εισήγαγε το 1992 τη Μηχανοργάνωση στο Ελεγκτικό Συνέδριο (ήταν το πρώτο Δικαστήριο), η οποία εξελίχθηκε με τη σημερινή του μορφή. δ) Με τα άρθρα 13 έως και 18 του Ν.2145/26.5.1993 (τα οποία διετύπωσε και εισηγήθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης) επέτυχε την αναδιοργάνωση και αποκέντρωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την ίδρυση, εκτός των άλλων, των Μονομελών Κλιμακίων στην έδρα εκάστου Νομού και Υπουργείου, με Προϊστάμενο Πάρεδρο ή Εισηγητή. Προς το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν 64 νέες θέσεις Εισηγητών, 5 Παρέδρων (συνολικά 40), 1 Συμβούλου (συνολικά 20), 1 Αντιπροέδρου (συνολικά 4) και 1 θέση Αντεπιτρόπου (το εδαφ. Β΄ της παραγρ. 5 άρθρου 13 Ν. 2145/93, προστέθηκε κατά τη συζήτηση στη Βουλή με τροπολογία). Δυστυχώς το σύστημα αποκεντρώσεως ανετράπη το 1994, από τη νέα Κυβέρνηση και απωλέσθη μία πρωτότυπη νέα ρύθμιση για τη δικαστική αναδιοργάνωση-αποκέντρωση του Δικαστηρίου και την πληρέστερη, με σύγχρονη μορφή, άσκηση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του. Στις εκλογές της 10/10/1993 εκλέχτηκε Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και άσκησε τα καθήκοντα του Βουλευτή μέχρι 24/8/1996. Διετέλεσε Πρόεδρος: της Εθνικής Πινακοθήκης, του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΟΤΕ, του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς, της ΓΑΙΑ ΟΣΕ, του Εποπτικού Συμβουλίου της ΔΕΗ, του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, του Διοικητικού Συμβουλίου ΝΠΔΔ και Επιτροπών. Συμμετείχε ως πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε πολλές διασκέψεις των Προέδρων των Ελεγκτικών Ιδρυμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ιδρυμάτων των κρατών της Ευρώπης (EUROSAI) και των κρατών μελών του ΟΗΕ (INTOSAI). Το έτος 1992 αναγορεύτηκε από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ταξιάρχης του Τάγματος Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Πανάγιου Τάφου και του απονεμήθηκε ο χρυσός Σταυρός αυτού. Συνέγραψε τα βιβλία «Δικονομία Διοικητικής Εκτελέσεως», «Βεβαίωση και είσπραξη Δημοσίων Εσόδων» και «Έλεγχος εκτελέσεως του Προϋπολογισμού». Είναι έγγαμος, πατέρας ενός υιού δικηγόρου Αθηνών και διαμένει στην Αθήνα.
1979-1989Νικόλαος Θέμελης
×
Νικόλαος Θέμελης1979-1989
Γεννήθηκε στη Σάμο, στο ιστορικό νησί του Πυθαγόρα το έτος 1922. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διαμένοντας στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου ως υπότροφος του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Τιμόθεου Θέμελη αδελφού του πατέρα του. Διορίσθηκε Δικηγόρος Αθηνών και τα έτη 1948-1950 εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού. Το έτος 1952 εισήλθε στο Σώμα της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης ως Εφ. Λοχαγός Δικαστικού και ακολούθως υπηρέτησε στη Διοικητική Δικαιοσύνη αρχικά ως Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας και από το 1967 ως Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων. Το 1968 επελέγη ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου προαχθείς το 1978 στο βαθμό του Συμβούλου και το 1979 στο βαθμό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου διατελέσας Πρόεδρος από 5/7/1979 μέχρι 30/6/1989. Κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του συνέβαλε στην αναβάθμιση και στην ενίσχυση του κύρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και πέτυχε να κατοχυρώσει τις συνταγματικά θεσπισμένες αρμοδιότητες του Συνεδρίου ως τρίτου Ανώτατου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου της χώρας. Διετέλεσε Υπουργός Προεδρίας: α) από 12/10/1989 μέχρι 23/11/1989 στην Κυβέρνηση Ιωαν. Γρίβα και β) από 23/11/1989 μέχρι 11/4/1990 στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ξεν. Ζολώτα στην οποία άσκησε παράλληλα επί δίμηνο και τα καθήκοντα του Κυβερνητικού εκπροσώπου. Από το Νοέμβριο 1990 μέχρι τον Οκτώβριο 1993 διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ. Επίσης διετέλεσε: α) Γεν. Γραμματέας της «Επιτροπής Ενημέρωσης για τα Εθνικά Θέματα» με Πρόεδρο τον αείμνηστο Μιχ. Στασινόπουλο τ. Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) Επικεφαλής της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε. ύστερα από πρόταση της Γιάννας Αγγελοπούλου, της οποίας αποστολή ήταν ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας των συναπτομένων συμβάσεων και των πληρωμών. Τιμήθηκε με το οφφίκιο το Μ. Άρχοντα Δικαιοφύλακα από το Οικ. Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με το Μεγαλόσταυρο του Παναγίου Τάφου από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και με το παράσημο του Αποστόλου Παύλου από την Εκκλησία της Ελλάδος ενώ παράλληλα συνέγραψε περί τις είκοσι επιστημονικές μελέτες. Απεβίωσε στις 29/8/2008.
1978-1979Αντώνιος Παπαδάτος
×
Αντώνιος Παπαδάτος1978-1979
Γεννήθηκε το 1912 στον Πειραιά. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρχικά διορίσθηκε το 1929 γραφέας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στο οποίο παρέμεινε μέχρι το 1932. Το 1934 διορίσθηκε Δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και ακολούθως στις 23/5/1953 υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο προαχθείς μέχρι το βαθμό του Διευθυντή (1959). Στις 16/11/1965 διορίσθηκε Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προαχθείς το 1971 σε Σύμβουλο, το 1975 σε Αντιπρόεδρο και το 1978 σε Πρόεδρο. Υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από 4/7/1978 μέχρι 23/6/1979, οπότε αποχώρησε λόγω παραίτησης.